Μια αλήτικη αγάπη μέρος δεύτερο

 Και ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Ξημέρωσε και εγώ καθώς σηκώθηκα  απ το κρεβάτι κάθισα για λίγο άκρη του κρεβατιού, για να σκεφτώ την γλυκιά μορφή εκείνης της κοπελιάς που τόσο ερωτεύτηκα. Ας μπορούσα να την δω ακόμα μια φορά, ας μπορούσα να θαυμάσω εκείνα τα μάτια εκείνο το χαμόγελο. Σηκώθηκα ντύθηκα πλύθηκα και έκατσα στον υπολογιστή μου για να συνεχίσω την παραμελημένη μου δουλειά που την είχα παρατήσει εδώ και και μια βδομάδα. Αν αναρωτιέστε τι δουλειά κάνω;;;.  Δουλεύω μάλλον ασκώ την μαγική τέχνη της Καμπάλα. Ασχολούμαι χρόνια με την μαγεία και μπορώ να πω πως έχω κάνει τρομερά βήματα μιας και κατάφερα να βρω μια χαμένη γλώσσα των αγγέλων και να την αποδικοποίησα και αυτό ήταν πάρα πολύ μεγάλο βήμα για έναν μικρό εικοσιδιάχρονο παιδί. 

 Το πρωινό μου το πέρασα κλεισμένος μέσα στο σπίτι και συγκεκριμένα στο δωμάτιο μου. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου σκεφτόμουν τρόπους ώστε να μπορέσω να την ξανά συναντήσω. Απότομα σηκώθηκα και άρχισα να ψάχνω στα βιβλία μου διάφορα δαιμόνια όπου θα με βοηθούσαν να βρω ξανά την όμορφη μικρή μου γόησσα. Όσες σελίδες γύριζα χίλιες εικόνες πέρναγαν από το μυαλό μου γεμάτες με την δικιά της μορφή. Ένιωθα πως είχα τρελαθεί, πίστευα πως αν δεν την έβρισκα μέσα σε μια εβδομάδα θα τρελαινόμουν. 

Οι ώρες πέρναγαν και εγώ είχα είδη σημειώσει δεκάδες χαρτιά με μελάνι καθώς σχεδίαζα κύκλους φυλακτά αλλά και τρόπους επίκλησεις καθώς θα με βοηθούσαν να βρω την κοπέλα. Είχα τόσο ανάγκη να μάθω το όνομά της, να ακούσω την φωνή της. Έξω από την πόρτα ακούστηκε η φωνή της μητέρας μου. Εγώ κλεισμένος μέσα στους τέσσερις τοίχους του σκούρου μπλε δωματίου μου την αγνόησα. Μετά από λίγο η πόρτα χτύπησε ποιο δυνατά και η μητέρα μου φώναξε δυνατά το όνομά μου. 

Εγώ: ναι;;;

Μυρσίνη: ( Η Μυρσίνη ήτα η μητέρα μου. ) Πέτρο που είσαι;;;

Εγώ: μέσα ( είπα ξεψυχισμένα καθώς τα μάτια μου ήταν επάνω στα γραπτά μου) 

Μυρσίνη: τι κάνεις τόσες ώρες μέσα στο δωμάτιο;;;

Εγώ: διαβάζω κάτι

Μυρσίνη: ντύσου να πας μέχρι το μαγαζί. 

Εγώ: ρε μαμά δεν μπορώ τώρα έχω πάρα πολύ δουλειά. 

    Δεν πέρασε ένα λεπτό και τότε σκέφτηκα πως θα μου έκανε καλό να πάρω λίγο αέρα. Φόρεσα τα ρούχα μου και πήγα στην κουζίνα. 

 η ώρα ήταν εφτά το απόγευμα και ο ουρανός είχε αρχίσει να κάνει τα χρώματα της μέρας

Μυρσίνη: τι έγινε;;;;

Εγώ:  θα πάω στο μαγαζί

Μυρσίνη: μα εσύ είπες ότι δεν μπορείς.

Εγώ: ναι αλλά καλά είναι να κάνω και κανένα διάλειμμα.

 Μυρσίνη: στο έχω πει, δεν μαρέσει αυτό που κάνεις. Πάρε την λίστα και πήγαινε στο μαγαζί της Μαριάνθης  και πάρε ότι λέει το χαρτί. Πηγαίνοντας στον δρόμο,  το μυαλό μου ταξίδευε στην μορφή αυτής της κοπέλας. 

Εφτασα στο μαγαζί. Έξω ήταν όπως πάντα ο μικρός γάτος όπου πάντα καθόταν και ζητιάνευε χάδια. Μπήκα μέσα και πήγα κατευθείαν στο ράφι με τα υλικά που έπρεπε να πάρω για να φύγω. Ξάφνου άνοιξε η πόρτα καθώς ακούστηκε αυτό το απαλό τρίξιμο. Με τα πράματα στα χέρια πήγα γρήγορα στο ταμείο για να πληρώσω και να φύγω μα μόλις βγήκα απο τον διάδρομο αντίκρισα μπροστά μου την γλυκιά μικρή μου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά τόσο δυνατά. Την κοίταξα τρομαγμένος καθώς το πρόσωπο μου είχε πάρει ένα τεράστιο χαμόγελο. Χαμογέλασε και αυτή και πιστεύω σίγουρα θα με πέρασε για ηλίθιο καθώς δεν ήξερα πως να αντιδράσω.  


Σχόλια