Μία αλήτικη αγάπη μέρος τρίτο
Ή Μαριάθη είχε αρχίσει να τιμολογεί τα πράματα ενώ η κοπέλα είχε πάει στο πίσω ράφι.
Μαριάνθη: έτοιμος μάγε
Εγώ: ορίστε;;;
μαριάνθη: έτοιμος μάγε λέω, μάγος δεν είσαι;;;; αφού λες τα χαρτιά στις κυράδες σε όλες τις κυρίες και κάνεις και γητειές απο ότι άκουσα.
Εγώ: εε ναι καμιά φορά αν έχω όρεξη κάνω τίποτα. Σμυρνέικα μάγια κάνω. Όχι τίποτα άλλο.
Μαριάνθη: η Μυρσίνη τι λέει για αυτά;;;
Εγώ: η μάνα μου... εε δεν τα θέλει αλλά δεν μου λέει και τίποτα.
Όσο μιλούσα με την Μαριάνθη τα μάτια μου πήγαιναν προς το μέρος όπου ήταν η κοπέλα. Αγχώθηκα Μήπως και η Μαριάνθη μου έπιανε την κουβέντα και ξημερώναμε εκεί πέρα.
Μαριάνθη: πόσο παίρνεις τα χαρτιά;;;
Εγώ: δέκα ευρώ.
Μαριάνθη έλα από εδώ να μου τα πεις την πέμπτη.
Από πίσω καθώς ερχόταν η κοπέλα στο ταμείο φώναξε πως θέλει και εκείνη να την ρίξω χαρτιά. Η φωνή της είχε αρχισει να χτυπάει μέσα μου τόσο γλυκά και όμορφα τόσο απαλά που μου θύμισε ένα παλιό τραγούδι της δεκαετίας του 80. Με ένα δειλό βλέμμα γύρισα και την κοίταξα. Δεν έχασα ευκαιρία να την μιλήσω έστω και για λίγο.
Εγώ: Εννοείται όποτε θέλεις.
Μαριάνθη: έτοιμος Πέτρο πήγαινε και όπως είπαμε πέμπτη πέρνα από εδώ.
Είχα βγει απ το μαγαζί και αλλά λίγα μέτρα ποιο εκεί έστριψα προς την στροφή όπου σανέβαζαι προς ανήφορο. Θα την περίμενα να βγει. Ήθελα τόσο να την μιλήσω, ακόμα λίγο, να την γνωρίσω.
Μετά από λίγο βγήκε, απ το μαγαζί και τότε ήταν που για μια στιγμή δίστασα, αλλά δεν έχασα πήρα θάρρος και έτρεξα να την μιλήσω.
Εγώ: εε κοπελιά;;; ( γύρισε και με κοίταξε. ) εμμμ στάσου καλέ.
Με το ατσούμπαλο τρέξιμο μου και τα ψώνια στο χέρι καθώς και αυτό το τόσο παράξενο καλέ την έφεραν γέλιο.
Εγώ: εεμμ ξέρεις... σε είχα δει και χθες,... ξέρεις ήθελα να σου μιλήσω αλλά δεν μπορούσα να βρω το θάρρος και μετά... Από που είσαι;;;
Μέσα μου είχα αρχίσει να τρέμω.
Μυρτώ: Είμαι από την κεντρική Μακεδονία. Με λένε Μυρτώ.
άπλωσε το χέρι της για να κάνει χειραψία και εγώ βέβαια χωρίς να θέλω να χάσω ούτε ένα λεπτό απο το να την ακουμπήσω πέταξα τα ψώνια κάτω. Άρχισε να γελά, και το γέλιο της ήταν ένα βάλσαμο θα το έλεγα για το μέσα μου.
Εγώ: είμαι ο Πέτρος. Δεν είμαι κουτσομπόλης απλά ήθελα να σε γνωρίσω. Γιαυτό στάθηκα σαν την κρυφή μουσίτσα εκεί πέρα και περίμενα να βγεις. Έχεις έρθει εδώ για διακοπές;
Μυρτώ: όχι έχω έρθει εδώ μόνιμα στην θεία μου. Εσύ;; από εδώ είσαι;;;
Η χαρά είχε αρχίσει να ξετυλίγεται καθώς με περίβαλε όλο το σώμα.
Όχι εδώ είναι η θεία μου απλά έχουμε το ίδιο σπίτι με την θεία μου ... βασικά μισό, μισό το έχουμε και μένουμε εδώ.
Μυρτώ: ααα πολύ ωραία.
Εγώ: εμ θέλεις να σου κάνω στα αλήθεια πρόβλεψη;;;
Μυρτώ: ναι αμέ, βεβαίως.
Εγώ: θέλεις αύριο;;;
Μυρτώ: ναι Βέβαια.
ένιωσα κάποια συναισθήματα να έρχονται και απο αυτήν αλλά δεν ήμουν σίγουρος.
Εγώ: τι θέλεις να μάθεις;;;
Μυρτώ: εμμμ σχετικά με το αγόρι μου.
Εκείνη την στιγμή όπως ανέβαινε η χαρά έτσι κατέβηκε.
Εγώ: εντάξει αύριο λοιπόν στις δέκα.
Την αποχαιρέτησα και πήρα τα ψώνια μου νευρικές κινήσεις και ξεκίνησα για το σπίτι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου