ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ ANNH

 

Η Άννη  ήταν ένα μικρό 15 χρόνο κορίτσι που ζούσε με την μητέρα της  στην Σμύρνη σε ένα μικρό σπιτάκι που τους το παραχώρησε ο θείος της Άννη δηλαδή ο αδελφός της μητέρας της επειδή η τράπεζα τους είχε πάρει το σπίτι.

1995: ήτανε η τελευταία μέρα του καλοκαιριού και έτσι όλα τα παιδία ετοίμαζαν τα πράγματα τους για την επόμενη ημέρα που ήταν η πρώτη μέρα του σχολειού. Έτσι όλα τα παιδιά μαζευτήκαν νωρίς το τελευταίο βραδύ στα σπίτια τους Αννη έκανε μπάνιο και έκατσε να φάει μαζί με την μητέρα της. Η Άννη είχε μεγάλη περίεργα για το καινούριο σχολειό επειδή τώρα θα πήγαινε πρώτη λυκείου. μόλις τελείωσε το φαγητό της πήγε και ξάπλωσε για να σηκωθεί το πρωί. Το επόμενο πρωί η μητέρα της Άννη η κύρια Δήμητρα πήγε να ξυπνήσει την Άννη.

Κ. Δήμητρα: Άννη ώρα να ξυπνήσεις

Η Άννη όταν ξύπνησε  το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν που είναι ο μπαμπάς της. Η μητέρα της Άννη την κοίταξε και την χάιδεψε απαλά στο κεφάλι και την έδωσε ένα φιλάκι και την είπε πως ο μπαμπάς της είναι κάπου ψιλά στο ουρανό μαζί με τον καλό θεούλη. Αννη σηκώθηκε από το κρεβάτι της χωρίς να πει τίποτα και πήγε έκατσε στην τραπεζαρία για να πάρει πρωινό. κύρια Δήμητρα η μητέρα της Άννη δηλαδή, χτένισε τα μαλλιά της Άννες και  την ξεπροβόδισε για το σχολειό. Η Αννη ανυπομονούσε να πάει στο καινούριο σχολειό και το έλεγε στην φίλη της πως ήταν αγχωμένη για το καινούριο σχολείο.

Η φίλη της Αννη η Μαριάννα την κοίταξε απορημένη και την ρώτησε γιατί θέλει τόσο πολύ να πάει στο σχολειό. Η Αννη την κοίταξε και χαμογέλασε και την είπε πως μεγάλωσαν και  τώρα θα πάνε στο σχολειό για μεγάλους.

Μαριάννα :αχ Αννη έλα ηρέμισε λύκειο θα πας όχι πανεπιστήμιο.

Αννη: μα καλά δεν καταλαβαίνεις τώρα δεν είμαστε γυμνάσιο και οι γονείς μας θα μας έχουν ποιο ελεύθερες και το καλό είναι ότι αυτό το σχολειό είναι πολύ μεγάλο τριώροφο και θα έχει πολλά καινούργια παιδιά.

Μαριάννα: το μονό καλό είναι ότι θα έχει πολλά καινούργια αγόρια.

Τα κορίτσια γέλασαν και συνέχισαν να περιπατάνε στην στάση

Όταν φτάσανε στο σχολειό ο  φύλακας της πόρτας τους είπε να περιμένουνε εδώ μέχρι να μαζευτούν όλοι. Μετά από λίγο όλα τα παιδία και οι δάσκαλοι μαζευτήκανε στο προαύλιο της πόρτας η Άννη ένιωσε μια μικρή ζαλάδα και κρατήθηκε από την φίλη της για να μην πέσει. Η Μαριάννα αμέσως την κράτησε και  την έβαλε να κάτσει σε ένα παγκάκι εκεί ποιο διπλά.

Μαριάννα: Αννη τι έπαθες;;; είσαι καλά;;;

Η Άννη έγνεψε καταφατικά και έσκυψε το κεφάλι.

Μαριάννα :Αννη τι έπαθες; Σου συμβαίνει κάτι;

Η Αννη σηκώθηκε και με βάρια φωνή είπε πως δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως.

Τα κορίτσια πήγανε ξανά εκεί που ήταν μαζεμένοι όλοι. Αφού τελείωσε ο αγιασμός ο διευθυντής είπε να μπουνε μεσα στο σχολειό για να παρουνε βιβλια.Οταν γυρισε στο σπίτι η Άννη άφησε τα βιβλία στο τραπέζι και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο της και ξάπλωσε να κοιμηθεί.

Μετά από λίγο ήρθε και η μητέρα της Αννη από την δουλειά.

Κ. Δήμητρα: Άννη γύρισες;

Η μητέρα της Αννη ανέβηκε την σκάλα για να πάει στο δωμάτιο της Άννη.

Κ.Δήμητρα: Αννη κοιμασε;;;

Η Άννη άνοιξε τα μάτια και είδε την μητέρα της.

Άννα :γεια μαμά

Κ. Δήμητρα: γιατί ξήλωσες  Αννη δεν είσαι καλά;

Η Άννη είπε στην μαμά της ότι ένιωσε μια ξαφνική ζαλάδα

Κ. Δήμητρα: για να δούμε μήπως έχεις πυρετό.

Η μαμά της Αννη της έβαλε θερμόμετρο αλλά δεν είχε πυρετό.

η Αννη είπε στην μαμά της ότι μπορεί να ήταν κάτι περαστικό, και έτσι η μαμά της κατέβηκε στην κουζίνα και άφησε την Αννη να ξεκουραστεί.

Το επόμενο πρωί όταν η κ. Δήμητρα πήγε να ξυπνήσει την Αννη την είχε δει ξύπνια

Κ. Δήμητρα: αα ξύπνησες Αννη μου;;;

Η Αννη ρώτησε την μητέρα της που είναι ο μπαμπάς

Η μαμά της την κοίταξε και την είπε ότι είναι κάπου εκεί ψιλά στο ουρανό.

Η Αννη σηκώθηκε και ετοιμάστηκε για το σχολειό.
πρώτη ώρα έχανε βιολογία και η καινούρια τους δασκάλα τους μιλούσε για τους ζωικούς οργανισμούς. Ξαφνικά η Αννη μέσα στο μάθημα ένιωσε μια ζαλάδα και έναν έντονο πόνο στο κεφάλι. Έκλεισε τα μάτια της και όταν τα άνοιξε άρχισε να βλέπει φωτιές γύρο της. Η δασκάλα άρχισε να βγάζει κέρατα και μάτωσαν τα μάτια της καθώς  πλησίαζε την Αννη. Η Αννη κοιτούσε επίμονα την δασκάλα που ερχόταν επάνω της και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Όταν η δασκάλα πλησίασε την Αννη την ακούμπησε στον όμως και η Αννη έβγαλε μια πολύ δυνατή κραυγή.

Δ. Λίζα: (είναι η δασκάλα) Αννη είσαι καλά;;; ηρέμισε.

Η Αννη άνοιξε τα μάτια της και είδε όλους τους συμμαθητές της να την κοιτάζουν τρομαγμένοι.

Όταν χτύπησε το κουδούνι η δασκάλα κράτησε την Αννη λίγο μέσα και την ρώτησε τι έπαθε μέσα στο μάθημα.

Η Αννη είπε  τι είχε δει και με πολύ φόβο μην βγει τρελή.

Κ. Λίζα :ώστε με ειδές σαν δαίμονα ένα πράγμα;

Αννη: ναι κύρια

Κ. Λίζα :και με ειδές κάπως έτσι

Η κυρία άρχιζε να βγάζει ξανά κέρατα καθώς τα μάτια είχαν ματώσει.

Η Αννη έβγαλε μια δυνατή κραυγή και πήγε να τρέξει να βγει έξω αλλά η πόρτα είχε κολλήσει. Δασκάλα πλησίασε την Αννη και ενώ η Αννη τσίριζε την είπε να ησυχάσει. Η Αννη έκλεισε τα μάτια της και όταν τα ξανά άνοιξε είδε την δασκάλα χωρίς κέρατα και αίματα.

Κ. Λίζα: άκου Αννη καλό θα είναι αν θέλεις να κάτσεις σπίτι δυο με τρις ήμερες να ηρεμήσεις και να επισκεφτείς έναν γιατρό.

Η κύρια Λίζα πηρέ τηλέφωνο αμέσως στο σπίτι και κάλεσε την μητέρα της Αννη να έρθει στο σχολείο. Το βραδύ η κ. Δήμητρα  πήγε την Αννη στο δωμάτιο της και την έβαλε να ξαπλώσει. Η  Αννη κοίταξε την μαμά της και με βάρια φωνή ρώτησε τι της συμβαίνει. Η  Μητέρα της την κοίταξε και την είπε ότι είναι μια χαρά απλά θέλει ξεκούραση .Όταν η μητέρα της Αννη βγήκε από το δωμάτιο η Αννη σηκώθηκε και ήταν καθιστή στο κρεβάτι της. Ξαφνικά ένα λευκό και εκτυφλωτικό φως άρχισε να φαίνετε μέσα στο δωμάτιο .Η Αννη ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές αλλά ξαφνικά από το λευκό φως μέσα εμφανίστηκε ο πατέρας της.

Αννη: μπαμπά;;;;

Ο μπαμπάς της την πλησίασε και την χάιδεψε στο κεφάλι. 

Αννη: μπαμπά φοβάμαι τι μου συμβαίνει εσύ θα ξέρεις αφού είσαι εκεί ψιλά.

Ο μπαμπάς της Αννη χαμογέλασε και την είπε πως όλα καλά θα πάνε καλά. Το επόμενο πρωί μητέρα της Αννη πήγε να την ξυπνήσει για να πάνε στον ψυχίατρο που τους συνέστησε η δασκάλα. Όταν ξύπνησε η Αννη το πρώτο πράγμα που ρώτησε είναι που είναι ο μπαμπάς;;;

Η μαμά της για ακόμα μια φορά την εξήγησε πως ο μπαμπάς της πήγε κάπου πολύ μακριά αλλά τους βλέπει από ψιλά. Όταν πήγε στην κουζίνα μια έκπληξη την περίμενε. Ένα μικρό γατάκι με πράσινα ματάκια και άσπρη γούνα, η Αννη έτρεξε πίσω στο κρεβάτι για να πει την μαμά της ότι στην κουζίνα είναι ένα γατάκι.

Η μητέρα της Αννη την είπε πως της το πηρέ για να μην φοβάται και να παίζει μαζί του.

Κ. Δήμητρα: έλα Αννη ώρα να πάμε στον γιατρό, μας περιμένει.

Aννη: δεν θέλω να πάω μαμά φοβάμαι.

Κ. Δήμητρα: μα ο γιατρός δεν θα σε πειράξει.

Η Αννη ήξερε πως ήθελε δεν ήθελε τον γιατρό δεν τον γλύτωνε όποτε δεν είχε άλλη επιλογή,

Όταν πήγανε στον γιατρό ο γιατρός ρώτησε τι είναι αυτό που την τρομάζει.

Η Αννη κοίταξε τον γιατρό και τον είπε με λυπημένο και πολύ τρομαγμένο ύφος ότι βλέπει τους ανθρώπους να γίνονται τέρατα.

Ο γιατρός κοίταξε την Αννη και είπε ένα ξέρω μάλιστα.

Άννα :γιατρέ είμαι τρελή;;;;

Γιατρός: μα φυσικά και όχι Αννη μου.

Ο γιατρός αγκάλιασε την Αννη

Γιατρός: απλά μερικά εγκεφαλικά σου νευρά  διαπράττουν μια μικρή βλάβη στην κυκλοφορία του αίματος με αποτέλεσμα να μην μετακινείτε σωστά το αίμα από όλους του νευρώνες με αποτέλεσμα  να σε προκαλεί κάποια νευρική διαταραχή.

Αννη: μα γιατρέ όλοι το λένε πως είμαι τρελή.

Ο γιατρός χαμογέλασε και είπε στην Αννη

Γιατρός: άκου Αννη εγώ είμαι ο γιατρός και εγώ θα το κρίνω αυτό όχι οι άλλοι όποτε εγώ σου λέω πως είσαι μια χαρά απλά χρειάζεσαι λίγες μέρες ξεκούραση.

Μετά ο γιατρός είπε στην μητέρα της Αννη να αποσυρθεί λίγο έξω ώστε να κάνει κάποιες ερωτήσεις στην μικρή Αννη.

Η μητέρα βγήκε έξω και ο γιατρός έκλεισε την πόρτα.

Η Αννη κάθισε στην καρεκλά του γιατρού και προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο

Όταν γύρισε ο γιατρός και κοίταξε την Αννη τότε τα ματιά του έγιναν κίτρινα και το   χρώμα του  ξαφνικά έγινε μοβ καθώς η φωνή του έγινε βάρια φέρνοντας στην Αννη εικόνες από ματωμένα ζώα.

Η Αννη ανασηκώθηκε αμέσως και άρχισε να φωνάζει

Γιατρός: Αννη, Αννη γιατί φωνάζεις δεν πιστεύω να φοβάσαι πάλι

Αννη: γιατρέ σε παρακαλώ άνοιξε την πόρτα σε παρακαλώ

Ο γιατρός της χαμογέλασε και φανήκαν τα κοφτερά του δόντια.

Ο γιατρός άνοιξε την πόρτα.

Γιατρός: εντάξει, εντάξει σώπασε.

Λοιπόν κύρια Δήμητρα ελατέ λίγο μέσα. Η μητέρα της Αννη πέρασε στο ιατρό μέσα.

Γιατρός: Αννη εσύ αν θέλεις πάνε λίγο έξω και περίμενε.

Η Αννη σηκώθηκε και πήγε κάθισε έξω και περίμενε την μαμά της.

Γιατρός: λοιπόν κύρια Δήμητρα η Αννη πάσχει από νευρική διαταραχή β επιπέδου μια διαταραχή που προσβάλει σπάνια τον ανθρώπινο οργανισμό συνήθως στις εφηβικές ηλικίες,

Η μαμά της Αννη κοίταξε απορριμμένη τον γιατρό.

Κ. Δήμητρα μα καλά τι είναι αυτό πάλι; Και πως θεραπεύεται;

Γιατρός : δεν έχουμε την τεχνολογία να γιατρέψουμε κάτι τέτοιο. Κοιτάξτε καταλαβαίνω ότι το δεν μπορείτε να καταλάβετε την έννοια του προβλήματος αυτού, και θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω όσο μπορώ με ποιο εύκολο τρόπο.

Η νευρική διαταραχή πρόκυπτε για μια αρρώστια που προκαλεί μούδιασμα στο νευρικό σύστημα  με αποτέλεσμα να συχύζεται ένα μεγάλο μέρος του εγκεφάλου  με αποτέλεσμα να προκαλεί διάφορα προβλήματα και μερικές φόρες σε κάνει να βλέπεις τέτοια πράγματα που δεν μπορείς να καταλάβεις.

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά που αν  μπορέσει κάποιος και το αντειμετοπεισει μπορεί να κάνει τρελά πράγματα κορυφαία μεταφυσικά με λίγα λόγια.

Κ. Δήμητρα: δηλαδή μπορεί και να την σκοτώσει αυτό το πράγμα···.

Γιατρός: ναι αλλά σε μεγαλύτερη ηλικία όπως 45 η ακόμα και 50.Αλλα μέχρι τότε μπορεί και να εξελιχτούν τα πράγματα και να βρούμε λύση.

Κ. Δήμητρα: και αν καταφέρει και το πολεμήσει αυτό το πράγμα τι θα είναι;;;;

Γιατρός: ένα ανώτερο κοινωνικό όν

Κ. Δήμητρα: δηλαδή μάγισσα;;;;

Γιατρός: θα μπορούσαμε να το πούμε και έτσι αλλά είναι πολύ δύσκολο να το διαχειριστεί αυτό το πραγματωθεί να πω οι άνθρωποι που καταφέρνουν να το ξεπεράσουν αυτό είναι 3 στους 100.Ομως η Άννη  αυτό που χρειάζεται τώρα για να μην χειροτερεύσει είναι ξεκούραση πολύ ξεκούραση και χαρούμενη οικογένεια συνιστώ να μην πάει στο σχολειό για κάποιο χρονικό διάστημα.

Το βραδύ όταν έφαγαν η Άννη πήγε στο δωμάτιο της και ξάπλωσε περιμένοντας να ξανά έρθει ο μπαμπάς της για να τον δήξει και το καινούριο της γατάκι αλλά  μπαμπάς της δεν ήρθε εκείνο το βραδύ και η Άννα αποκοιμήθηκε. Το γατάκι έφυγε από την αγκαλιά της Αννη και πήγε μέσα στο σαλόνι και κάθισε εκεί που ήταν η μητέρα της .Σε μια στιγμή το γατάκι μαρμαρώθηκε και κοιτούσε την μητέρα της Αννη την κύρια Δήμητρα δηλαδή χωρίς να κουνιέται.

Η μητέρα της Αννη το  κοίταξε και έτσι πήγε να το βάλει να φάει γιατί νόμιζε πως την κοιτούσε για να το βάλει να φάει αλλά το γατάκι δεν κουνήθηκε καθόλου. Η κύρια Δήμητρα το κοιτούσε επίμονα για να καταλάβει γιατί την κοιτάζει  έτσι ώσπου τελικά κατάλαβε ότι δεν κοιτούσε αυτήν.

                                                                      Τέλος πρώτου επεισοδίου. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Να μάθεις να ζεις με αυτά που δεν βλέπεις μαθέ να φοβάσαι αυτά που βλέπεις

 

Σχόλια