ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ ANNH επεισόδιο πέντε

 

 

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΕΝΤΕ

Μονοπάτι των νεκρών

Αννη: όλα είναι υγρά εδώ κάτω κρύα αλλά και τόσο όμορφα. Το φεγγάρι τεράστιο η νύχτα πανέμορφη τα νερά κρυστάλλινα καθρεπτίζουν τα αστέρια.

Τζον: μην σε ξεγελάει το τόσο όμορφο τοπίο, εδώ μέσα κρύβονται τα ποιο περίεργα πλάσματα οι ποιο αδικημένες ψυχές που έχουν  οργή και θυμό.

Η Άννη και ο μπαμπά της συνέχισαν το ταξίδι τους  στο μονοπάτι.

Τζον: δεν με είπες ακόμα που πάμε;;;

Αννη: στο όραμα είδα μια γυναίκα που είχε καταλυθεί από πνεύμα. Και ήταν σε ένα νοσοκομείο, μπόρεσα να δω το δαιμόνιο που είχε μέσα της ήταν σαν τράγος και άνθρωπος ταυτόχρονα. Καθώς τελείωνε το όραμα βρέθηκα μπροστά σε έναν ναό

Που έγραφε Πάνα.

Τζον: ο ναός του θεού Μπαφομετ.

Άννη: τι είναι αυτός

Τζον: οι άνθρωποι τον παρομοιάζουν με τον εωσφόρο, αλλά στην πραγματικότητα ο θεός Μπάφομετ είναι το τελευταίο δημιούργημα του Εωσφόρου και είναι αρχαίος δαίμονας θεός μύστης της ισορροπίας και της απόκρυφης γνώσης καθώς και ειδικός στην μουσική. Πολλοί λένε ότι είναι ο τράγος της γονιμότητας ενώ φήμες ακούστηκαν ότι πολέμησε στο πλευρό του μέγα Αλέξανδρου γιό του Φιλλίπου.

Πες μου όμως γιατί πρέπει να πάμε στον ναό του;;;

Αννη: στον ναό του πως τον είπες;;;

Τζον: Μπάφομετ.

Αννη: ναι αυτόν υπάρχει ένα βιβλίο

Όπου. Νομίζω ότι μέσα σε εκείνο το βιβλίο θα υπάρχει κάποιος χάρτης η κάποιο ξόρκι για να βρούμε τον Εωσφόρο.

Τζον: α Αννη περίμενε, το βιβλίο που είδες είναι το γρημόριο της Λίλιθ και πίστεψε με  όσοι προσπάθησαν να το πάρουν βρήκαν τραγικό θάνατο.

Τζον: καταρχάς δεν θες να συναντήσεις τον μπάφομετ.

Η Αννη κοίταξε τον μπαμπά της.

Άννη: δεν έχω άλλη επιλογή. Θα αντιμετωπίσω τους φόβους μου και οποίον άλλον σταθεί στον δρόμο μου.

Τζον: περίμενε μικρή μου.

Ο Τζον την κράτησε από το χέρι.

Τζον: Αννη δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις αυτό.

Αν μπεις εκεί μέσα μπορεί και να έρθει το τέλος σου.

Είσαι με σώμα στην κόλαση.

Μπορούμε να δουλέψουμε τις δυνάμεις σου και να τις εκμεταλλευτείς σωστά σώζοντας πολλούς ανθρώπους.

Αννη μου αν μπεις εκεί μέσα μπορεί να μην σε ξανά δω ποτέ.

Αννη: δεν θέλω τέτοια ζωή μπαμπά. Δεν την μπορώ.

Ο Τζον αγκάλιασε την Αννη.

Τζον: ο ναός είναι μπροστά μας απέχει μονάχα ένα βήμα σου. έχεις χρόνο να το σκεφτείς.

Αννη: το έχω σκεφτεί.

Θα πάρουμε το βιβλίο και θα βγούμε έξω γρήγορα.

Τζον: αν είναι να πάς, τότε θα πας μόνη σου. Εγώ τους πολέμαγα χρόνια αν τώρα μπω στον ναό αμέσως θα με αντιληφθούν.

Αννη: φοβάμαι να πάω μόνη μου.

Τζόν: τότε πάμε να φύγουμε

Άννη: όχι μπαμπά,(η Αννη παίρνει βαθιά ανάσα) το αποφάσισα θα πάω μόνης μου,

Τότε ο Τζον έδωσε στην Αννη την τσάντα του και την φίλησε στο μέτωπο.

Τζον: μέσα στην τσάντα θα βρεις ότι χρειάζεσαι σε περίπτωση κινδύνου.

Πρόσεξε μονό αν βρεθείς αντιμέτωπη με τον θεό Πάνα θα προσπαθήσει να σε δελεάσει. Και μόλις δεχτείς την συμφωνία του ταυτόχρονα υπογράφεις την καταδίκη σου στην κόλαση.

Η Αννη, πήρε την τσάντα και ξεκίνησε για τον ναό.

Όταν έφτασε στην πύλη είδε τις αρχαίες επιγραφές που εκφωνούσαν έναν ύμνο στον θεο του σκότους.

Στα δεξιά της πύλης υπήρχε μια ανάποδη πεντάλφα.

Αννη: ωραία πως ανοίγουμε την πύλη;;;; ( αναρωτήθηκε)

Άγνωστη φωνή: βάλε αίμα στην πεντάλφα.

Η Αννη: τρόμαξε

Άννη: ποιος είναι;;;

Άγνωστη φωνή: εει χαζούλα εδώ κάτω

Η Αννη κοίταξε στα πόδια της και είδε μια μικρή νεράιδα

Νεράιδα: σε παρακολουθώ σε όλο το ταξίδι σου θέλει πολύ καρδιά αυτό που κάνεις

Αννη: δεν το πιστεύω είσαι… είσαι νεράιδα.

Νεράιδα: ναι και εσύ άνθρωπος που είναι το περίεργο;;;

Αννη: πρώτη φόρα βλέπω νεράιδα είσαι πανέμορφη

Νεράιδα: ευχαριστώ καλέ

Η Αννη χαμογέλασε.

Μια ακόμα άγνωστη φωνή ακούστηκε να φωνάζει την νεράιδα

Νεράιδα: ααα αυτός είναι το αφεντικό μου ο Μιχαήλ

Ο Μιχαήλ πλησίασε κοντά στην πύλη που ήταν η νεράιδα και η Αννη.

Το αγόρι ήταν πολύ όμορφο και τα μάτια της Αννη καθηλώθηκαν σε αυτόν.

Νεράιδα: λιγούρα

Η Αννη ένιωσε αμήχανα και είπε κοιτώντας την νεράιδα με βλέμμα ντροπαλό

Αννη: τι;;; 

Εκείνη την ώρα ο Μιχαήλ πλησίασε και χαιρέτισε την Αννη.

Μιχαήλ: τι κάνει μία τόσο όμορφη μικρή κοπέλα εδώ κάτω;;;

Η Αννη έτρεμε από ντροπή και άγχος

Νεράιδα: σαλιάρα

Μιχαήλ: Τερίνα ήρεμα.

Αννη: ψάχνω για το βιβλίο της λιλιθ

Μιχαήλ: ξέρεις ότι είναι τρέλα;

Άννη: ναι αλλά πρέπει να το βρω μόνο έτσι θα βρω τον Εωσφόρο.

Μιχαήλ: τρελάθηκες;;; είσαι τόσο όμορφη γιατί να θες να χαλάσεις την ζωή σου

Αννη: μου την χάλασαν άλλοι την ζωή μου πριν χρόνια.

Μιχαήλ: λοιπόν είσαι τυχερή επειδή πρέπει να μπω στον ναό όποτε θα σε βοηθήσω.

Αννη: για στάσου εσύ έχεις πεθάνει έτσι;;;

Μιχαήλ: σου φαίνομαι για πεθαμένος;;;; ( Λέει ειρωνικά και αστεία )

Αννη: τι ζητάς εδώ κάτω;;;

Μιχαήλ: καλύτερα να τα πούμε μετά δεν έχουμε πολύ χρόνο.

Αννη: ωραία πρέπει να ανοίξουμε την πύλη.

Μιχαήλ: κάνε πίσω.

Ο Μιχαήλ έσπρωξε την Αννη πίσω και έβγαλε το σπαθί που είχε στην θήκη, και έσκισε με αυτό την παλάμη του αριστερού χεριού.

Αννη: αηδία.

Μιχαήλ: έχεις κάτι καλύτερο;;;;

Ο Μιχαήλ ακούμπησε το χέρι του στην ανάποδη πεντάλφα και εκφώνησε έναν ψαλμό

Μιχαήλ: sitra pana kour ma ten a amaner ke kajo mehra ne tere ena sao ek fonate ment ou.

Τελειώνοντας την  εκφώνηση το έδαφος τριγύρω δονήθηκε και  πύλη άνοιξε μπροστά τους διάπλατα.      

Μιχαήλ: πρώτα οι κυρίες.

Η Αννη μόρφασε ειρωνικά και προχώρησε. Από πίσω της ακολουθούσε η Τερινα και ποιο πίσω ο Μιχαήλ.

Αννη: πρέπει να έρχεστε συχνά εδώ κάτω εσείς.

Ο Μιχαήλ και η Τερίνα την κοίταξαν με απορία.

Αννη: δεν δυσκολεύτηκες και πολύ με το άνοιγμα της πόρτας.

Μιχαήλ: έχω κάνει και χειρότερα.

Στο μέρος όπου περπατούσανε οι τύχει ήταν γεμάτο από σκιαγραφίες και με αρχαίους δαίμονες αιγυπτιακούς και ευρωπαίους καθώς και τάγματα αγγέλων που αναπαριστούσαν την αλλαγή των έκπτωτων Αγγέλων με την πτώση τους.

Μπροστά τους φάνηκε ο ναός.

Άννη: το βιβλίο

Μιχαήλ: περίμενε

Η Αννη έτρεξε προς το βιβλίο αγνοώντας τον όποιον κίνδυνο και αν υπήρχε.

Μιχαήλ: Αννη μην το πιάσεις. (φωναξε)

Η Αννη αγνόησε τον Μιχαήλ και το πλησίασε με αργές κινήσεις.

Κοίταξε δεξιά και αριστερά για τυχών παγίδες και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχει τίποτα το πήρε στην αγκαλιά της και γύρισε πίσω.

Ο Μιχαήλ και η Τερινα κοιτούσαν ακούνητοι αμίλητοι.

Αννη: είδες,  όλα καλά.

Ο Μιχαήλ ξεφύσησε και αφού είδε ότι όλα παραμένουν ήσυχα προχώρησε προς τα δεξιά του ναού όπου υπήρχε ένα τραπέζι που είχε μία μικρή τρύπα και μέσα είχε έναν μπλε κρύσταλλο.

Μιχαήλ: ωραία πάμε να φύγουμε.

Άννη: γι αυτό ήρθες εσύ μέχρι εδώ κάτω;;;

Μιχαήλ: καθένας με τις δουλείες του.

Τερινα: παιδιά νιώθω κίνδυνο καλύτερα να φύγουμε από εδώ.

Τα παιδιά τρέξανε προς τα πίσω αλλά στην πύλη του τούνελ του ναού τους περίμενε  μία σκιά.

Ο Μιχαήλ σταμάτησε απότομα.

Μιχαήλ: μην κουνιέστε.

Η Αννη κουνώντας σιγά τα χείλη της ρώτησε τον Μιχαήλ τι είναι αυτό μπροστά τους.

Μιχαήλ: είναι σκιά. Οι σκιές είναι ποιο ύπουλες ακόμα και από τους δαίμονες καθώς είναι ψυχές παγιδευμένων ανθρώπων που έχουν πεθάνει και ήρθαν στην κόλαση και τώρα ψάχνουν τρόπο να πάρουν εκδίκηση, τις συναντάς κύριος στα σκοτεινά δρομάκια και στα νεκροταφεία το βράδυ, και λένε ότι αν κολλήσει μία σκιά πάνω σου τότε σε τρελαίνει μέχρι να σε σκοτώσει.

Τερίνα: και είναι δύσκολο να την ξεκολλήσεις από πάνω σου.

Μιχαήλ: δύσκολο έως αδύνατο.

Άννη: και τι θα κάνουμε τώρα;;

Μιχαήλ: μένουμε ακίνητοι γιατί όσο κινούμαστε τόσο κινείται

Άννη: και άμα κατουρηθώ;;;;

Τερίνα: θα τα κάνεις πάνω σου.

Αννη: δεν υπάρχει περίπτωση.

Πίσω από τον ναό ακούστηκαν βήματα.

Αννη: ακούτε βήματα, η μου φαίνεται;;;

Τερίνα: έρχεται

Μιχαήλ: την πατήσαμε.

Αννη: ποιος έρχεται;

Μιχαήλ:  ο θεός πάνα.

Άννη: αρκετά.

Η Αννη κουνήθηκε και κοιτώντας άγρια την σκιά έβγαλε ένα λευκό εκτυφλωτικό φως και εξαφάνισε την σκιά.

Σε μια στιγμή τα πάντα άρχισαν τα τρίζουν και μια γλυκιά φωνή άρχισε να ψέλνει κάτι περίεργες λέξεις.

Καθώς γύρισαν και κοίταξαν τον ναό είδαν τον θεό Μπάφομετ να τους κοιτά.

Μπαφομετ: που νομίζεις ότι πας μικρή;;;;

Η Αννη: τον κοίταξε και προσπάθησε να τον χτυπήσει με αέρα, αλλά εκείνος με ένα σήκωμα του χεριού έριξε την Αννη κάτω.

Ο Μιχαήλ φώναξε δυνατά το όνομα της Αννη που πλέον ήταν αναίσθητη κάτω, και έβγαλε το σπαθί από την θήκη του όρμησε στον θεό Πανα.

                                                                  1956

 

 

Η Αννη βρέθηκε αναίσθητη σε ένα σπίτι.

Το σπίτι ήταν διώροφο και από τον επάνω όροφο ακούγονταν ουρλιαχτά.

Η Αννη ξύπνησε από τις δυνατές φωνές και προσπάθησε να καταλάβει που είναι και τι γίνεται.

Ο φόβος άρχισε να την χτυπάει στο κεφάλι αλλά ξέροντας ότι δεν έχει άλλη επιλογή πήρε φόρα και σηκώθηκε όρθια για να δει τι γινόταν, ακολούθησε τις φωνές που ερχόντουσαν από επάνω.

Όταν ανέβηκε στον πάνω όροφο πλησίασε το δωμάτιο που ακούγονταν οι φωνές για να δει τι γίνεται.

Μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μια γυναίκα δεμένη σε μια καρέκλα, και έναν άντρας να κρατάει ένα μαχαίρι και να την κόβει αργά την σάρκα της.

Σε μια στιγμή πλησίασε το μαχαίρι στην καρδιά και με αργές κινήσεις άρχισε να την τρυπάει το στήθος μέχρι που έβαλε το χέρι του μέσα και έπιασε την καρδιά της γυναίκας και την έβγαλε έξω χωρίς να τις κόψει τις αρτηρίες. Η γυναίκα ξεψύχαγε κοιτώντας τον άντρα που κρατούσε την καρδιά της. Με μια απότομη κίνηση ο άντρας έκοψε απότομα τις τελευταίες αρτηρίες της γυναίκας και έφαγε την καρδιά.

 Ο περίεργος άντρας γύρισε το κεφάλι του προς την Αννη, της χαμογέλασε και την είπε πως τώρα είναι η σειρά της.

Η Αννη έτρεξε να κατέβει τις σκάλες αλλά ο περίεργος άντρας εμφανίστηκε πίσω στην Αννη και με το που γύρισε η Αννη στις σκάλες την μαχαίρωσε στην κοιλιά. Ο  άντρας έπιασε την Αννη από τα μαλλιά και την πέταξε από τις σκάλες.

Η Αννη έχανε τις αίσθησης της, μα κράτησε με δύναμη τον εαυτό της και προσπάθησε να συρθεί προς την πόρτα του σπιτιού για να βγει έξω αλλά την έπιασε από το κεφάλι και την πλησίασε

Άντρας: είδες τι κάνω στα μικρά περίεργα κοριτσάκια που δεν με υπακούν και κλέβουν πράγματα;

Τα μάτια της Αννη σβήσανε και το σώμα της έμεινε στα χέρια του περίεργου άντρα που σύντομα μεταλλάχτηκε σε μια σαρκοφάγο μεγάλη γάτα.

Στον πάνω όροφο ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που είδε τον περίεργο άντρα να μεταμορφώνεται σε γάτα και έτρεξε στο δωμάτιο της να κρυφτεί.

Ο  άντρας αντιλήφθηκε το κοριτσάκι και έτρεξε επάνω.

Το κοριτσάκι είχε κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι.

Όταν μπήκε μέσα στο δωμάτιο έσβησε το φως και για λίγα λεπτά επικράτησε ησυχία στο δωμάτιο, μέχρι που κάτω από το κρεβάτι ακούστηκε ένας ήχος, που ήταν το κεφάλι του μικρού κοριτσιού που είχε κοπεί.

Τέλος επεισόδιο πέντε

 

Κοιμήσου ήρεμα απόψε.

Η νύχτα θα σου τραγουδάει απαλά,

Και ένα χέρι θα αγγίζει το κορμί σου.

 

 

Σχόλια